Στην Ελλάδα, η οδήγηση είναι καθημερινό crash test για τα νεύρα. Κάθε πρωί στους δρόμους βλέπεις εικόνες που σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν οι κανόνες κυκλοφορίας είναι βιβλίο οδηγιών ή λογοτεχνία φαντασίας. Ένας οδηγός πάνω στη διάβαση “μόνο για ένα λεπτό”, κάποιος άλλος που θεωρεί το στοπ διακοσμητικό στοιχείο, μηχανάκια πάνω στα πεζοδρόμια, κορναρίσματα, επιθετικότητα. Και στο φόντο, μια σταθερή σκέψη: “Πού είναι η Τροχαία;”
Ο πολίτης έχει κάθε λόγο να αγανακτεί. Δεν είναι ιδιοτροπία. Είναι αντίδραση σε μια καθημερινότητα που συχνά θυμίζει… κυκλοφοριακή ζούγκλα. Η παραβατικότητα στις ελληνικές πόλεις δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό, είναι κουλτούρα. Και αυτή η κουλτούρα παράγει κινδύνους, ατυχήματα και, δυστυχώς, απώλειες που δεν θα έπρεπε να συμβαίνουν.
Από την άλλη πλευρά, όμως, υπάρχει και η πραγματικότητα της Τροχαίας. Δεν πρόκειται για μια αόρατη δύναμη που «δεν ενδιαφέρεται». Οι άνθρωποι αυτοί εργάζονται σε περιβάλλον πίεσης, με ελλείψεις προσωπικού και υλικών μέσων, με συνεχείς κλήσεις για σοβαρά περιστατικά, με διοικητικές υποχρεώσεις που συχνά τους κρατούν μακριά από το δρόμο. Και φυσικά, με μια κοινωνία που εύκολα λέει “πού είναι η αστυνομία;”, αλλά εξίσου εύκολα αντιδρά όταν την συναντήσει. Όταν η παρουσία της είναι αυστηρή, κατηγορείται για υπερβολή. Όταν είναι απούσα, κατηγορείται για αδιαφορία. Δεν είναι εύκολη εξίσωση.
Η αλήθεια βρίσκεται στη μέση. Ο πολίτης έχει δίκιο να ζητά περισσότερη παρουσία, συνέπεια και αυστηρότητα. Η Τροχαία έχει δίκιο όταν λέει πως δεν μπορεί να βρίσκεται παντού. Αυτό που δεν έχει δίκιο είναι ο τρόπος που έχουμε μάθει να λειτουργούμε: μια μόνιμη νοοτροπία “δεν πειράζει”, που κάνει την παρανομία καθημερινότητα και την εξαίρεση είδηση. Αν δεν αλλάξει αυτό, κανένας αστυνομικός, καμία υπηρεσία και κανένα πρόστιμο δεν θα αρκούν.
Όταν η Τροχαία όντως δεν ανταποκρίνεται, ο πολίτης έχει θεσμικά μέσα να απευθυνθεί. Υπάρχουν διαδικασίες με ονόματα και διευθύνσεις, όχι μόνο αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα και εκτόνωση στο τιμόνι. Η κριτική έχει δύναμη όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι από θυμό. Και, αντίστοιχα, η υπηρεσία έχει υποχρέωση να δείχνει συνέπεια και διαφάνεια, όχι απλώς να ελπίζει ότι “έτσι είναι τα πράγματα”.
Σε έναν ιδανικό κόσμο, δεν θα υπήρχε ανάγκη για αυστηρούς ελέγχους, για πρόστιμα, για κυνηγητά. Αλλά δεν ζούμε σε τέτοιο κόσμο — ούτε καν κοντά. Γι’ αυτό, το θέμα δεν είναι ποιος φταίει. Το θέμα είναι πώς συνυπάρχουμε στο δρόμο χωρίς να κινδυνεύουμε. Αυτή η χώρα έχει πληρώσει πολύ ακριβά την κουλτούρα της οδήγησης “ό,τι να’ναι”. Δεν χρειάζεται άλλες αποδείξεις.
Ο στόχος δεν είναι να κερδίσει κανείς. Ο στόχος είναι να γυρνάμε όλοι σπίτι. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται μια ειλικρινής συμφωνία: οι πολίτες σέβονται τον δρόμο και τους υπόλοιπους ανθρώπους, και η Τροχαία στέκεται εκεί όπου πρέπει, με συνέπεια, παρουσία και αποφασιστικότητα. Η σύγκρουση δεν έχει νόημα. Η συνεργασία έχει.
Γιατί στο τιμόνι παίζονται ζωές — όχι εγωισμοί.